Ο Dwight Morrow (1873-1931) ήταν ένας αμερικανός διπλωμάτης και πολιτικός που υπηρέτησε ως πρέσβης στο Μεξικό, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για τις δύο χώρες και είχε μεγάλη επιτυχία. Αυτός, λοιπόν, έμπειρος γνώστης της πολιτικής και της διπλωματίας – της όχι καλύτερης πλευράς του λεγόμενου «ελεύθερου» και «πολιτισμένου» κόσμου – έγραψε στο γιό του: «Ο κόσμος χωρίζεται στους ανθρώπους που δουλεύουν και πετυχαίνουν να κάνουν πράγματα και στους ανθρώπους που δρέπουν τους επαίνους και τη δόξα γι’ αυτά που κάνουν οι άλλοι. Προσπάθησε, αν μπορείς, να ανήκεις στην πρώτη κατηγορία. Ο ανταγωνισμός είναι πολύ μικρότερος!»
Εκμεταλλεύτηκε, άραγε, ο γιος τη συμβουλή του πατέρα του; Δεν το ξέρω. Ξέρω όμως ότι εγώ παρηγορήθηκα πολύ από την επιστολή ενός ανθρώπου που δεν γνώρισα ποτέ. Έχω δει τόσους καθηγητές πανεπιστημίου να υπογράφουν εργασίες για τις οποίες μόχθησαν βοηθοί και φοιτητές, τόσους «μεγαλότιτλους» να σφετερίζονται τη σκληρή δουλειά των ιεραρχικά «κατώτερων», ώστε έχω ξεπεράσει πια το στάδιο της αγανάχτησης και έχω πάρει απόφαση μια πραγματικότητα που έτσι είναι και δεν αλλάζει. Είναι όμως παρήγορο να διαβάζω ότι αυτή η κατάσταση αγγίζει όχι μόνο τους «ανίσχυρους» αλλά και ανθρώπους δοκιμασμένους, που έχουν την ελευθερία να εργαστούν όπως θέλουν κι αξιολογούν τη δουλειά τους και όχι το όφελος που θα βγάλουν από αυτή.
Το μη παρήγορο είναι ότι όλοι αυτοί ανήκουν σε γενιές που πέρασαν και δεν ξέρω αν υπάρχουν όμοιοι τους στη δική μας εποχή, ή, πολύ περισσότερο, στις εποχές που θα έρθουν. Ας διαλέξουμε να ελπίζουμε ότι η αξία και η αξιοπρέπεια δεν θα χαθούν από την ανθρωπότητα. Κι ας είναι αυτή η ελπίδα μας φόρος τιμής για εκείνους που προτίμησαν να ανήκουν στην κατηγορία με ….……. τον μικρότερο ανταγωνισμό!
Πριν από λίγες μέρες, μια φίλη φοιτήτρια με ενημέρωσε για το αποτέλεσμα μιας τελευταίας στατιστικής, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες «βιβλιοφάγοι» διαβάζουν 5 (ολόκληρα!!!) βιβλία κάθε χρόνο! Δηλαδή (ζήτησα τη βοήθεια μαθηματικού για να μην κάνω λάθος) 0,0137 ή 1/73 του βιβλίου κάθε μέρα!
Πιο πρακτικά, αν ένα βιβλίο έχει 73 σελίδες ο «βιβλιοφάγος» διαβάζει 1 σελίδα τη μέρα. Αν έχει περισσότερες, ούτε μια ολόκληρη σελίδα. Αν είναι χοντρό βιβλίο, ούτε μια παράγραφο την ημέρα!!!
Κι όλα αυτά, σε μια χώρα που το κυνήγι των πτυχίων έχει γίνει εθνική μανία! Πτυχία χωρίς βιβλία, χωρίς καλλιέργεια, χωρίς ποιότητα, χωρίς πνευματικότητα. Πτυχία για τα πτυχία; Για να μπορεί να λέει αυτός που τα έχει κορνιζώσει: «ξέρεις ποιος είμαι εγώ»;
 Κι όλα αυτά σε μια εποχή που κυκλοφορούν χιλιάδες τίτλοι βιβλίων, κάθε μήνα που κάθεται ο καθένας και γράφει ανεξέλεγκτα, ότι του περάσει από το μυαλό, που γέμισαν τα βιβλιοπωλεία μαργαριτάρια και σκουπίδια ανάκατα. Πόσο θλιβερή πραγματικότητα!
Θυμάμαι τη χαρά κάθε καινούριου βιβλίου, τότε που πρωτογνώριζα τον κόσμο και τη ζωή, που απλωνόταν ανησυχητικά αχαρτογράφητη μπροστά μου. Το κρατούσα στα χέρια μου και μύριζα το μελάνι και το χαρτί κι ακόμα την κόλλα απ’ τη βιβλιοδεσία. Κι ήταν, το καθένα από αυτά τα βιβλία – όπως το κρατούσα κλειστό, προτού μου αποκαλύψει την πρώτη σελίδα του – τυλιγμένο στην ίδια ομίχλη του χρόνου που δεν είχα ακόμα δει. Τι θα μου έδειχνε; Θα άνοιγε ένα ξέφωτο; Ή θα πήγαινε στον πάτο ενός ραφιού με αζήτητα;
  Αυτή η χαρά που νοιώθει κανείς κρατώντας ένα καινούριο βιβλίο, καθισμένος μπροστά σ’ ένα τζάμι που χτυπάει η βροχή, είναι από τις μεγαλύτερες, τις πιο βαθιές που μπορούμε να νοιώσουμε. Μια στιγμούλα αιωνιότητας μέσα στη ζαλάδα και την ανησυχία της καθημερινότητας. Δεν είναι κρίμα να μένει άγνωστη και κρυφή, τη στιγμή που οι άνθρωποι την έχουν ολοένα και περισσότερο ανάγκη;
Καινούργια χρονιά, γιορτές, δώρα και ευχές. Βαρέθηκα να μετράω – και φαντάζομαι κι εσείς το ίδιο – τις ίδιες και τις ίδιες ευχές, για χαρά, υγεία, δύναμη κλπ.κλπ.κλπ. Ωραίες ευχές, καλές ευχές, δε λέω – ότι εύχεται κανείς για τους άλλους είναι καλό πράγμα, όσο κοινότυπο κι αν είναι.
Μόνο που, και την περασμένη χρονιά και αυτή, και όλες τις «νέες» χρονιές που έχει ζήσει καθένας από εμάς, τις έχουμε ζήσει με τον ίδιο συγκεκριμένο τρόπο: η αρχή είναι ένας νέος χρόνος, που ευχόμαστε κάθε τι καλό και εξαιρετικό γι’ αυτόν και το τέλος είναι πάντα ένας παλιός χρόνος, ίδιος με όλους όσοι πέρασαν, μια στιγμή, που προστέθηκε στις άλλες στιγμές. «Στιγμές» που ξεκίνησαν τη στιγμή που ήρθαμε στον κόσμο, ένας κύκλος που θα κλείσει όταν φύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο.
Και κάθε φορά, μέσα στον κύκλο, αυτή η «στιγμή», είναι όλα όσα έχουμε. Γι’ αυτό κι η επιθυμία μας είναι να την κρατήσουμε, να τη χαρούμε να την κάνουμε να διαρκέσει. Και πάντα μας γλιστράει ανάμεσα από τα δάχτυλά μας και κυλάει και χάνεται. Γιατί όλες οι στιγμές κυλούν να ενωθούν με τον κύκλο, γιατί αυτό τους είναι φυσικό και αναπόφευκτο, ενώ εμείς που έχουμε χάσει την όραση του κύκλου, γαντζωνόμαστε από την κάθε στιγμή.
Για σκεφτείτε, από τη στιγμή που θα αποκτούσαμε την αυτοσυνειδησία μας να αποκτούσαμε ταυτόχρονα και την όραση όλου του κύκλου της ζωής μας, μέχρι την τελευταία μας στιγμή. Ο κάθε χρόνος, η κάθε μέρα, η κάθε στιγμή, δεν θα μας αποκαλύπτονταν από μια άλλη οπτική γωνία;
Πόσοι, όμως, από μας, θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε μια τέτοια Γνώση;
Γι’ αυτό, ας συνεχίσουμε να συλλέγουμε «στιγμές» όπως πάντα. Και σας εύχομαι, ο νέος χρόνος, να είναι μια ενδιαφέρουσα και αξιόλογη συλλογή στιγμών, που δεν θα σβήσουν, δε θα ξεχαστούν, αλλά θα προστεθούν στον κύκλο, πλουτίζοντας και ομορφαίνοντάς τον.
Καλή χρονιά.

   

   
Διάβασα στις ειδήσεις, αυτές τις μέρες, για έναν πρώην Ναζί, τον Heinrich Steinmeier, μέλος των Waffen-SS του Χίτλερ, ο οποίος το 1944, σε ηλικία μόλις 19 ετών, οδηγήθηκε αιχμάλωτος πολέμου σε ένα στρατόπεδο σε κάποιο χωριουδάκι στο Perthshire της Σκωτίας.
Οι ντόπιοι του συμπεριφέρθηκαν με τόση καλοσύνη και γενναιοδωρία, ώστε, μετά το τέλος του πολέμου ξαναγύρισε πίσω και δημιούργησε τόσο δυνατές φιλίες με τους πρώην “εχθρούς” του, που κράτησαν ολόκληρη τη ζωή του. Έτσι, όταν πέθανε, σε ηλικία 90 ετών, άφησε ένα κληροδότημα 384.000 λιρών στο χωριό της αιχμαλωσίας του, ορίζοντας να διατεθούν αυτά τα χρήματα, στην ανακούφιση των γηραιότερων κατοίκων του χωριού, γιατί, όπως έγραψε, σ’ αυτόν τον τόπο έμαθε σε μικρή ηλικία τι θα πει ανθρωπιά και συμπόνοια!
Τελικά, τι μας χωρίζει τους ανθρώπους; Μια ανθρωπότητα είμαστε, μια φύση, ένα γένος! Γιατί, τόσες χιλιετίες πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη, το μόνο που έχουμε κρατήσει σταθερό είναι ο πόλεμος και το μίσος του ενός για τον άλλον; Γιατί ο καθένας μας είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το αν είναι εχθρός ή φίλος. Δεν είναι οι άλλοι εχθροί μας ή φίλοι μας. Εμείς διαλέγουμε αν θα είμαστε εχθροί ή φίλοι των άλλων. Όπως, ένα ολόκληρο χωριό διάλεξαν να κάνουν φίλο τους ένα νεαρό αιχμάλωτο εχθρό. Κι αυτός διάλεξε να γίνει και να μείνει φίλος τους μέχρι το τέλος της ζωής του -και μετά από το τέλος της ζωής του!
‘Ερχονται Χριστούγεννα. Ας μην την ξεχάσουμε αυτή την ιστορία!!!

Πόσες φορές, τα καλοκαιρινά βράδια, δεν έχουμε όλοι μας χαζέψει τον ξάστερο ουρανό, με τα αμέτρητα αστέρια; Και πόσοι από μας δεν έχουμε περάσει ώρες κι ώρες προσπαθώντας να τα μετρήσουμε – χωρίς να τελειώσουμε ποτέ – αγνοώντας τις προειδοποιήσεις των μαμάδων μας: μη μετράς τα αστέρια, γιατί, όσα μετρήσεις, τόσα σπυράκια θα βγάλεις αύριο!
Δεν ανακάλυψα ποτέ τι «προηγούμενα» είχαν οι μαμάδες με το μέτρημα των αστεριών για να επιστρατεύουν τέτοια απειλή, αλλά ανακάλυψα πως μπορούσα να την αγνοήσω με ασφάλεια: έχω μετρήσει χιλιάδες αστέρια χωρίς να βγάλω χιλιάδες σπυράκια – προς μεγάλη απογοήτευση της μαμάς μου!
Αλλά και πόσα βράδια χωρίς φεγγάρι, όταν το σκοτάδι βάθαινε και τα αστέρια πλήθαιναν και πλήθαιναν – μέχρι που κάθε γωνίτσα της απεραντοσύνης να γεμίζει με λαμπιριστές καρφιτσούλες – δεν καθόμαστε να παρατηρούμε το συννεφάκι του γαλαξία μας, Milky Way όνομα και πράγμα, λες και κάποιος εκεί πάνω δεν πρόσεξε και έχυσε το γάλα του ανάμεσα στα αστέρια. Και πόσες φορές δεν ευχηθήκαμε να μπορέσει κάποτε η ανθρωπότητα να βρει την άκρη του λευκού δρόμου του, που τον βλέπαμε τόσο ήρεμο κι ελκυστικό να ξετυλίγεται μπροστά μας, καλώντας μας να τον περπατήσουμε, να γνωρίσουμε τους κόσμους που κρύβει στην απεραντοσύνη του.
Ακόμα και στις πιο δύσκολες ώρες στη ζωή των ανθρώπων, αυτός ο γαλήνιος λευκός δρόμος του γαλαξία, που μας περιμένει υπομονετικά πάνω από το κεφάλι μας, είναι μια υπόσχεση και μια παρηγοριά.
Έχοντας μέσα μου αυτή την ήρεμη κι αγαπημένη εικόνα από τα παιδικά μου χρόνια, ενθουσιάστηκα όταν, διαβάζοντας τους TIMES του Λονδίνου, είδα ένα άρθρο για τα super τηλεσκόπια που είναι στραμμένα στο σύμπαν, φιλοδοξώντας να ανιχνεύσουν τα μυστήρια της ζωής του. Και μέσα στο άρθρο, είδα με ενθουσιασμό ένα  βιντεάκι με την υπόσχεση μιας ψηφιακής περιήγησης στο γαλαξία μας, από το κέντρο του, μέχρι την άκρη του τόξου του.
Μόνο που, ο ενθουσιασμός μου έσβησε, όταν αυτή η ψηφιακή περιήγηση, μετέτρεψε τη γλυκειά και ήμερη εικόνα που είχα από το γαλαξία μας, σε εφιάλτη! Τι σχέση έχει η δική μας εικόνα του Milky Way, ο δικός μας καλοκαιρινός ξάστερος ουρανός, με αυτή την εικόνα του γαλαξία που παρουσιάζεται στον ουρανό των χωρών του Βορρά;


Άλλο πρόσωπο ο δικός μας ουρανός, άλλο ο δικός τους!
Και, για άλλη φορά, συνειδητοποίησα πόσο τυχεροί είμαστε που γεννηθήκαμε σ’ αυτή τη μικρή, ήρεμη, ευλογημένη γωνίτσα του πλανήτη, όπου όλα είναι στο σωστό τους μέτρο, όπου ο ουρανός μας χαμογελάει κι η γη μας αγκαλιάζει κι η θάλασσα μας δροσίζει κι όλα είναι μια χαρά.

Το κακό με μας όμως είναι ότι δεν εκτιμάμε τίποτα απ’ όσα έχουμε και περνάμε τη ζωή μας μέσα στη γκρίνια για ότι θεωρούμε πως μας λείπει, αγνοώντας τους θησαυρούς που έχουμε!
         Μέσα στην ηρεμία των διακοπών, είχα την – ατυχή – έμπνευση να αγοράσω μια Κυριακάτικη εφημερίδα – από αυτές που χρειάζεσαι το καροτσάκι της λαϊκής για να τις μεταφέρεις – για να μάθω τι γίνεται στον κόσμο. Γιατί εδώ που έφτασε η ζωή μας, χωρίς internet, χωρίς τηλεόραση, χωρίς κάποιον, τελοσπάντων, να σου λέει, να σου λέει, να σου λέει, από το πρωί μέχρι το βράδυ, δεν υπάρχεις. Πώς να υπάρξεις εξάλλου, αν δεν μάθεις ποιος έσφαξε ποιον, ή ποιος ανατίναξε πόσους, ή πόσοι πνίγηκαν, πόσοι σκοτώθηκαν, ή, τελοσπάντων, αν δεν πληροφορηθείς όλες τις συμφορές, τις αγριότητες και τις δυστυχίες της Γης; Πώς να ευχαριστηθείς το φραπέ σου, έτσι σκέτο, χωρίς να ξέρεις ποια διάσημη/ος – που δεν τους έχεις ξανακούσει στη ζωή σου – πήγε σε ποιο νησί, με ποια/ον σύντροφο, σε πόσα πάρτυ ξεσάλωσε, τι μπικίνι φορούσε – ή δε φορούσε – πόση κυτταρίτιδα έχει, αν βλέπεται ή δεν βλέπεται χωρίς μακιγιάζ; Μετά από αυτά δεν θα είναι πιο γλυκό το cool and slim σου, αφού και οι διάσημες (;) καλλονές (;) έχουν κι αυτές την ίδια – αν όχι περισσότερη – δόση κυτταρίτιδας με τις άσημες συνανθρώπους τους;
           Έτσι κι εγώ, για να μη μου πέσει πολύ η ηρεμία, πήρα την εφημερίδα μου για να μου «φτιάξει» την Κυριακή μου. Και όντως μου την «έφτιαξε»!
           Κι επειδή, ο καθένας μας εντοπίζει εντελώς υποκειμενικά από το σύνολο των ειδήσεων, αυτές που τον ενδιαφέρουν, στάθηκα κι εγώ, από όλο το παραπάνω υλικό σε μια συνέντευξη, κάποιας σπουδαίας και σοφής συμπατριώτισσάς μας, αστροφυσικού, που δοξάζει την Ελλάδα με το να συμμετέχει σε κάποια κοσμοσωτήρια ευρωπαϊκά διαστημικά προγράμματα, τα οποία φιλοδοξούν να εξερευνήσουν όλες τις σκοτεινές άκρες του ηλιακού μας συστήματος, να ανακαλύψουν αν υπάρχουν άλλα όντα εκτός από εμάς, που υπάρχουν, αν μας κρύβονται κάτω από τη νεκρή επιφάνεια των πλανητών τους, αν μας αποφεύγουν, αν μας παρατηρούν ή δεν μας παρατηρούν και, γενικά, τι συμβαίνει επιτέλους εκεί πάνω που εμείς δεν το ξέρουμε, αλλά θέλουμε να το μάθουμε.
        Δήλωσε, λοιπόν, ή εν λόγω κυρία πως, τα συγκεκριμένα διαστημικά προγράμματα, δεν ψάχνουν για ίχνη ζωής σε άλλους πλανήτες, αλλά για το αν μπορούν – αυτοί οι πλανήτες – να υποστηρίξουν ζωή!
        Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, έχουμε τη Γη μας που είναι το πανέμορφο, φιλόξενο σπίτι μας, που μας ντύνει, μας τρέφει και μας παρέχει τα πάντα, κι εμείς έχουμε βάλει μπροστά το «πρόγραμμα» της καταστροφής της, με πλήρη επίγνωση του τι κάνουμε. Γι’ αυτό ψάχνουμε να βρούμε ένα άλλο «σπίτι». Άντε ας είναι και καλύβι, να πάμε να το καταλάβουμε! Το προτιμάμε, βέβαια, να μην έχει κατοίκους, γιατί τότε θα έρθουμε στη δύσκολη θέση να τους εξοντώσουμε, αλλά στην ανάγκη, τι να γίνει, θα το κάνουμε κι αυτό. Την τέχνη της εξόντωσης όλων των πλασμάτων που μας ενοχλούν, τη μάθαμε καλά πια!....
          Συγνώμη για την αφελή ερώτηση, αλλά γιατί όλα αυτά; Αυτά τα – να θυμηθώ τον Σκρουτζ Μακ Ντάκ και το θησαυροφυλάκιο του – «απιθανικομμύρια» που διατίθενται για τους αστρονομικούς – στην κυριολεξία – μισθούς της εν λόγω κυρίας και των χιλιάδων ομολόγων της σε όλα τα διαστημικά προγράμματα του κόσμου, αν είχαν διατεθεί για τη Γη μας, θα είχαμε ανάγκη να ονειρευόμαστε αποικίες σε άλλους πλανήτες του ηλιακού συστήματος;
         Τι μας έκανε η Γη μας και τι μισήσαμε; Γιατί την καταστρέφουμε; Γιατί δεν κάνουμε πίσω; Γιατί η ανθρωπότητα έχει να επιδείξει σαν κύριο έργο της μόνο καταστροφή, θάνατο και αφανισμό;
         Τι όντα είμαστε, τελικά, οι άνθρωποι;
Οι περισσότερες γυναίκες, φαντάζομαι ότι θα έχετε ακούσει –αν δεν έχετε διαβάσει- τη Βρετανή καθηγήτρια Germaine Greer, τη θεωρητική του φεμινισμού. Για όσους δεν την ξέρετε, φτάνει να σας πω ότι η Greer  είναι για το φεμινισμό, ό,τι είναι ο Dawkins για την αθεΐα: η αλάθητη «πάπισσα» και ο αλάθητος «πάπας» του φεμινισμού και της αθεΐας, ο κανόνας που στοιχίζονται αυτές οι δύο θεωρίες, που ορίζουν την εποχή μας.
Αυτή η καθηγήτρια, λοιπόν -που συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση του εργασιακού καθεστώτος της εποχής μας, με το να απαιτεί περισσότερες γυναίκες σε σημαντικές θέσεις σε όλους τους τομείς- εξακολουθεί να μην είναι ικανοποιημένη από την εφαρμογή των εντολών της. Μιλώντας σε ένα φεστιβάλ για την παιδεία στο Wellington College, στο Berkshire, την προηγούμενη εβδομάδα, είπε ότι δεν ωφελεί να ερμηνεύονται οι φεμινιστικές «εντολές» της με το να αναλαμβάνουν γυναίκες μεγάλες θέσεις στις επιχειρήσεις, την οικονομία, το στρατό, την αστυνομία και, γενικά, σε όλους τους ζωτικούς τομείς της κοινωνικής ζωής. Το μόνο που πετυχαίνουν, λέει, είναι να αποκτούν οι «υψηλόβαθμες» γυναίκες ανδρική νοοτροπία, να σκέφτονται και να εργάζονται σαν άντρες!
Δηλαδή, αφού για τόσες δεκαετίες έκανε αγώνες για ίσα δικαιώματα και ίσες αμοιβές των δύο φύλων στον εργασιακό χώρο, τώρα που κατακτήθηκαν αυτά τα ίσα δικαιώματα, δεν της αρέσουν!
Βέβαια, δεν έχει άδικο σ’ αυτό. Πράγματι οι γυναίκες καταλήγουν να εξομοιωθούν με τους άντρες, προκειμένου να βρουν τις δυνάμεις και την επιβολή που χρειάζονται για να επιβιώσουν σε ιδιαίτερα σκληρούς εργασιακούς χώρους. Αλλά δεν παρατηρείται μόνο στις γυναίκες να αλλάζουν νοοτροπία όταν παίρνουν κάποια θέση. Πόσοι «επαναστάτες» άντρες, μόλις πήραν την εξουσία φόρεσαν το σκληρότερο προσωπείο του κατεστημένου; Πόσοι «αριστεροί» της αντιπολίτευσης, έγιναν φασίστες πρωθυπουργοί; Πόσοι πρώην «συνδικαλιστές», όταν τους δόθηκε η εξουσία, δεν καταπάτησαν τα ίδια δικαιώματα που υποτίθεται ότι υπεράσπιζαν;  Πόσοι πρώην άθεοι, δεν παριστάνουν τους «θρησκευάμενους» για ψήφους και πόσοι πρώην «θρησκευάμενοι», προκειμένου να μη χάσουν την «καρέκλα» τους, δεν μετατρέπονται σε στυγνούς εχθρούς της πίστης που υποτίθεται ότι είχαν; Γιατί; Ποιος τους ανάγκασε;
 Η Germaine Greer υποστηρίζει ότι φταίει ο ανδροκρατούμενος κόσμος. Αλλά αυτή είναι μια μάλλον σιμπλιστική θεώρηση του προβλήματος που έχει το ανθρώπινο είδος με κάθε μορφής εξουσία: την πολεμάει όταν δεν την έχει και τη λατρεύει σα θεότητα όταν την έχει! Γι’ αυτό και η λύση που προτείνει η εν λόγω καθηγήτρια είναι -επιεικώς- αφελής! Τώρα δεν της αρκεί να διορίζονται παντού γυναίκες, αλλά θέλει να διορίζονται γυναίκες διαφόρων ιδεολογικών ρευμάτων και να είναι ελεύθερες να εφαρμόζουν τις ιδεολογίες τους. Λες και θα τις κρατήσουν τις ιδεολογίες τους όταν θα πάρουν τις θέσεις!
Η όλη κατάσταση μου θυμίζει τις ρώσικες κούκλες: ανοίγω τη μία και βγαίνει η άλλη, ανοίγω την άλλη και βγαίνει μια άλλη και πάει λέγοντας… άντε τώρα να βρεις ποια θα είναι η τελευταία κούκλα –και πότε…
Κι ωστόσο, οι γενιές περνούν, οι ανθρώπινες ζωές έρχονται και φεύγουν και χάνονται, κυνηγώντας σκιές…
«…τι κρίμα να περνάμε τη ζωή μας σαν το φύλλο που έπεσε από το δέντρο και πιάστηκε στην παγίδα που του έστησε η σκόνη του δρόμου…»



         Μου έκαναν δώρο ένα βιβλίο, - εν όψει των διακοπών – μιας συγγραφέως που έχει πεθάνει πριν λίγα χρόνια.
Δεν την είχα ακουστά, πράγμα διόλου παράξενο, γιατί οι γνώσεις μου της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας είναι περιορισμένες – εκ πεποιθήσεως, όχι από άλλο λόγο! Δυστυχώς, και αυτή η απόπειρα ανάγνωσης, αντί να με βοηθήσει να προσεγγίσω τους νεοέλληνες συγγραφείς, μου επιβεβαίωσε το ίδιο μείγμα απορίας, θλίψης και, τελικά, θυμού, που με έχει κρατήσει μέχρι τώρα σε απόσταση από αυτούς – εκτός λίγων εξαιρέσεων!
Αυτό το βιβλίο μου θύμισε μια συζήτηση που είχα με μια φίλη μου, η οποία ήθελε οπωσδήποτε να ξεκινήσει μια όψιμη συγγραφική καριέρα, με την αυτοβιογραφία της! Δυστυχώς, ζήτησε τη γνώμη μου και η απάντηση δεν της άρεσε καθόλου. (Ηθικό δίδαγμα: εκτός από το ότι πρέπει να προσέχουμε τι ευχόμαστε γιατί μπορεί οι ευχές μας να πραγματοποιηθούν, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι θέλουμε να μάθουμε τη γνώμη του άλλου, ΠΡΙΝ τη ζητήσουμε. Μετά είναι αργά. Ούτε εκείνοι μπορούν να πάρουν πίσω ότι είπαν, ούτε εμείς ότι ακούσαμε!)
Εκείνο που με κάνει να θλίβομαι και να θυμώνω, είναι η έλλειψη σεβασμού των περισσοτέρων ελλήνων που γράφουν, γι’ αυτούς που θα διαβάσουν τα γραφόμενα. Ίσως σ’ αυτό συμβάλλει και το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, γιατί δεν εκφράζεται με τον άμεσο και πολλές φορές έντονο τρόπο που εκφράζονται, για παράδειγμα οι αγγλόφωνοι αναγνώστες, οι οποίοι, όχι μόνο γράφουν τα σχόλιά τους προς τον ίδιο τον συγγραφέα, αλλά σχολιάζουν και την κριτική των άλλων αναγνωστών και διαφωνούν – έντονα κάποιες φορές – ή συμφωνούν.
Οι έλληνες συγγραφείς δεν έχουν ξεφύγει ακόμα από το «κηρυχτικό» ύφος, δίνοντας περισσότερη βαρύτητα σ’ αυτό που θέλουν «να βγάλουν από μέσα τους» και λιγότερη στο τι δημιουργούν στους αποδέκτες της «εξαγωγής» τους.
Μ’ αυτή τη λογική, όταν ρώτησα τη φίλη μου ποιόν πιστεύει ότι ενδιαφέρει η αυτοβιογραφία της, έπεσε από τα σύννεφα! «Μα εγώ έχω ανάγκη να μιλήσω για τον εαυτό μου», ήταν η απάντηση. Όταν σ’ αυτό ανταπάντησα ότι αν θέλεις να χρησιμοποιήσεις το γράψιμο σαν ψυχοθεραπεία, η καλύτερη λύση είναι να κρατάς ημερολόγιο, που θα το διαβάζεις μόνον εσύ. Τότε μόνο θα γράψεις με απόλυτη ειλικρίνεια. Αν το διαβάσει και κάποιος άλλος, τότε σίγουρα θα παρουσιάσεις τον εαυτό σου ωραιοποιημένο, άρα, δεν καλύπτεις την ανάγκη να ψάξεις την αλήθεια του εαυτού σου, απλά «πουλάς μούρη» σ’ όποιον την αγοράζει.
Οι απορίες μου δεν λύθηκαν και τη φίλη μου έχω πολύύύύ καιρό να τη δώ!
Ακριβώς τις ίδιες απορίες θα είχα εκφράσει και στη συγγραφέα που έγραψε την αυτοβιογραφία της, αλλά δυστυχώς, έχει πεθάνει.
Απλά, όλα αυτά μου θύμισαν μια παλιά και έμπειρη συγγραφέα, που μου είχε πει κάποτε: «Η μισή Ελλάδα γράφει κι η άλλη μισή τραγουδάει….»
Εν όψει του καλοκαιριού, ζητούνται αναγνώστες και ακροατές!
Κι όσο πιο ναρκωμένοι απ’ τη ζέστη, τόσο καλύτερα!
   



Αθήνα, 9 Απριλίου 2016

Γράμματα αναγνωστών:

Αγαπητή κα Βολουδάκη,

Σας ευχαριστούμε θερμά που ανταποκριθήκατε στην πρόσκληση  της δασκάλων της Α’ Τάξης του 14ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών «Δημήτρης Πικιώνης» και μας τιμήσατε με την παρουσία σας, την Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016 όπου παρουσιάσατε στα παιδιά μας ένα δικό σας παραμύθι, στα πλαίσια των εκδηλώσεων του σχολείου για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου, που έχει καθιερωθεί να εορτάζεται στις 2 Απριλίου.
Μαζί με τις ευχαριστίες μας, θα θέλαμε να μοιραστούμε με τους αναγνώστες του blog σας την εμπειρία μας αυτή.

 
Η συγγραφέας, λοιπόν, παρουσίασε στα παιδιά το παραμύθι της «το λαγουδάκι που δεν έμοιαζε με τα άλλα», μια τρυφερή ιστορία που θίγει σημαντικά και πολύ επίκαιρα θέματα, όπως η διαφορετικότητα, η τόλμη του να είναι κανείς ο εαυτός του αλλά και το πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η οικογένεια στη ζωή των παιδιών.
Ένα λαγουδάκι μη αντέχοντας τα πειράγματα των αδελφών του, που το κορόιδευαν συνεχώς γιατί δεν έμοιαζε με αυτά, μάζεψε όλο του το κουράγιο και έφυγε από το σπίτι του αναζητώντας αλλού την αγάπη και την αποδοχή. Η περιπλάνησή του στο μεγάλο δάσος το οδήγησε να γνωρίσει την φιλία και την αποδοχή που αναζητούσε σε μια οικογένεια λύκων. Η οικογένεια όμως του μικρού γκριζούλη δεν έπαυσε να το αναζητά ώσπου το βρήκε στην καρδιά του δάσους, μέσα στη φωλιά των λύκων. Το παραμυθάκι καταλήγει με τα αδελφάκια του γκριζούλη να έχουν πάρει το μάθημά τους και τον μικρό μας ήρωα να έχει αποκτήσει την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν αλλά και νέους φίλους!
Η συγγραφέας, με τον δικό της χαρακτηριστικό χιουμοριστικό τρόπο, καθ΄ όλη την διάρκεια της παρουσίασης κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον των παιδιών, τα οποία συμμετείχαν ενεργά, διατυπώνοντας ερωτήσεις αλλά και τις δικές τους απόψεις για την όμορφη αυτή ιστορία και γενικότερα για τα παραμύθια.

Σας ευχαριστούμε και πάλι για την παρουσία σας στο Σχολείο μας και θα ήταν μεγάλη μας χαρά να σας ξαναδούμε σύντομα!!
Μακάρι και άλλα σχολεία να έπαιρναν τέτοιες  πρωτοβουλίες, να παρουσιάζουν στα παιδιά μας αξιόλογα βιβλία, με νοήματα, ιδίως στην εποχή μας που υπάρχει μεγάλη κρίση αρχών και αξιών!
Προτείνουμε σε όλες τις μαμάδες να αναλάβουν δράση και, με την βοήθειά σας, να ζωντανέψουν και τα υπόλοιπα παραμύθια σας, που έχουν εξίσου σημαντικά διδάγματα και προβληματίζουν εποικοδομητικά μικρούς και μεγάλους.

Με εκτίμηση,

Μαρίνα Διαμαντή (μια μαμά της Α’ Τάξης)


Για να ζωντανέψουν τα παραμύθια της Νινέττας Βολουδάκη και στο δικό σας σχολείο «πατήστε εδώ»
Τον Μάιο του 1969, οι τρεις αστροναύτες του Apollo 10, ετοιμάζονταν για τη φάση της περιστροφής τους γύρω από τη σελήνη, που θα τους οδηγούσε στην αθέατη πλευρά της, εκεί που η επικοινωνία με τη Γη χάνεται.
Ο Eugene Cerman, ο πιλότος της κάψουλας που έκανε πτήσεις πολύ κοντά στην επιφάνεια της σελήνης, είχε μόλις επιστρέψει από μια τέτοια πτήση. Ο διοικητής της αποστολής, Thomas Stafford, πρόσφερε μπισκότα στους άλλους δύο «συνταξιδιώτες» του, όταν ξαφνικά ο Eugene Cerman ρώτησε:
«Το ακούτε;» Αυτόν τον συριστικό ήχο; Αυτή η μουσική μοιάζει πράγματι να είναι έξω από τον κόσμο μας, δεν μοιάζει;»
«Ναι,» απάντησε ο Stafford και μιμήθηκε τον ήχο: “ Whoooooo
O John Young, το τρίτο μέλος της αποστολής, είπε: «Τον ακούσατε κι εσείς αυτόν τον ήχο; Όντως αλλόκοτη μουσική! »
Το φαινόμενο κράτησε για μια ώρα, μέχρις ότου ο Apollo 10 περάσει στη σκοτεινή πλευρά, κι η επικοινωνία με τη Γη διακοπεί.
Σ’αυτό το διάστημα, οι τρεις αστροναύτες συζητούσαν για το αν θα έπρεπε να αναφέρουν πίσω στη NASA το γεγονός και κατέληξαν στο να μην πουν τίποτα. γιατί «κανείς δεν θα τους πίστευε.»
Όλος ο διάλογος αυτός καταγράφηκε όμως και έμεινε σφραγισμένος στα απόρρητα αρχεία της NASA. Ωστόσο, το 2012, όταν έληξε η προθεσμία του απορρήτου και η NASA παρέδωσε στη δημοσιότητα τα μέχρι τότε σφραγισμένα αρχεία, ο διάλογος προσκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και πολλές συζητήσεις.
Οι υπεύθυνοι της NASA, όταν ρωτήθηκαν σχετικά με το θέμα, απάντησαν ότι δεν έδωσαν σημασία σ’ ένα συμβάν μικρής διάρκειας και το θεώρησαν ασήμαντο, σε σύγκριση με τον τεράστιο όγκο των πληροφοριών της αποστολής, που έπρεπε να αναλυθούν!
Οι συζητήσεις, βέβαια, δίνουν και παίρνουν, κι οι συνωμοσιολόγοι βρήκαν ευκαιρία να κατηγορήσουν την κυβέρνηση των ΗΠΑ ότι καλύπτει σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη εξωγήινων, κι άλλα πολλά.
Ωστόσο, όταν διάβασα την είδηση, μου ήρθε στο νου η θεωρία του μεγάλου Ρωμαίου επιστήμονα Πλίνιου του πρεσβύτερου, που υποστήριζε ότι τα άστρα παράγουν μουσική!
Κι ο  Άμλετ: «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα στον ουρανό και τη Γη, Οράτιε, απ’ όσα έχει ονειρευτεί η φιλοσοφία μας…»

Και πόσα άλλα………… Και πόσα άλλα…………