Δεν υπάρχει μεγαλύτερη – αλλά ούτε πιο όμορφη – μελαγχολία από τη μελαγχολία της πρώτης μέρας του φθινοπώρου.
            Όταν περπατάς στην ακρογιαλιά, σχεδόν έρημη, ή με κάποιους λιγοστούς που έχουν ξεμείνει να προσπαθούν να παρατείνουν το καλοκαίρι λίγο παραπάνω.
            Όσο κι αν καίει όμως ο ήλιος, ξέρεις καλά ότι άλλο ένα καλοκαίρι, που πάνω του στήριξες τόσα πολλά, έφυγε, αφήνοντας πίσω του ότι είχαν αφήσει και τα άλλα, πριν απ’ αυτό: κάποια αρχεία με φωτογραφίες. Στιγμές, που νόμισες πως αιχμαλώτισες, αλλά που, όταν τις κοιτάζεις εκ των υστέρων, μοιάζουν πιο πολύ ξένες, παρά δικές σου…….
            Αυτή είναι η φυσιολογική αρχή ενός νέου χρόνου. Αφήνεις πίσω την καλοκαιρινή χαλάρωση, που σου έσβησε – ή, τουλάχιστον, μαλάκωσε – την κοντόφθαλμη όραση μιας καθορισμένης καθημερινότητας και ψάχνεις τρόπους και αποφάσεις που θα διευρύνουν αυτά που σε στρίμωχναν.
            Η νέα αρχή έρχεται φυσικά, όπως φυσικά γλυκαίνει ο ήλιος, αλλάζει το φως, οι σκιές γλιστρούν κι ανακατεύονται με τους ανθρώπους, που, θαμπωμένοι από τη σκληρότητα του ήλιου που ξάσπρισε κάθε χρώμα και κάθε λεπτομέρεια, μαθαίνουν τώρα να τις εκτιμούν.
            Στον κόσμο μας, βέβαια, που τίποτα δεν έχει μείνει φυσικό κι αβίαστο, ο νέος χρόνος έρχεται στην καρδιά του χειμώνα, που τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα δε σε παρακινεί για νέα αρχή, γιατί δεν υπάρχει τίποτα νέο.
           Το νέο ξεκινάει τώρα, με τη φθινοπωριάτικη μελαγχολία, που παρηγοριέται με τη σκέψη: όλα μπορούν να αλλάξουν, όλα μπορεί να μεταμορφωθούν. Αρκεί να το θέλω!
            Καλή νέα αρχή, του ίδιου αιώνιου κύκλου!
Είναι ένα καλοκαιρινό πρωινό, χλιαρό και νυσταλέο και το πιο συνταρακτικό γεγονός είναι ένα μακρινό βαρκάκι, μικρό σαν λευκή πεταλουδίτσα, που κατευθύνεται στον επόμενο κόλπο, χαράζοντας ένα ανοιχτογάλαζο δρόμο πάνω στη θάλασσα. Ο δρόμος μένει, αρκετή ώρα αφού το βαρκάκι έχει χαθεί. Ο δρόμος δηλώνει ότι η θάλασσα ενοχλήθηκε από το πέρασμα ενός ξένου σώματος, που δεν της ανήκει, που παραβιάζει τη γαλήνη της με την ενοχλητική παρουσία του. Και ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα, τι και πόσες επιπτώσεις έχει γενικότερα, κάτι τόσο απλό, τόσο όμορφο, τόσο ξεκούραστο, όσο είναι το πέρασμα μιας λευκής βαρκούλας, ένα ζεστό καλοκαιριάτικο πρωί;
Έναν Απρίλιο πριν από 203 χρόνια, ένα ηφαίστειο εξερράγη σ’ ένα νησάκι της μακρινής Ινδονησίας, σκοτώνοντας κάπου 80.000 ανθρώπους. Έναν Ιούνιο, πριν από 203, ένας αυτοκράτορας έχασε μια μάχη και άγνωστη μέχρι τότε πόλη, οδηγώντας στο θάνατο κάπου 65.000 συνολικά ανθρώπους.
Και τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά τα δύο γεγονότα, τόσο άσχετα και τόσο μακρινά μεταξύ τους;
Κι όμως, έχουν! Σ’ αυτόν τον πλανήτη – που είναι, τελικά, πολύ μικρός – τα πάντα είναι αλληλοεξαρτώμενα και τίποτα δεν είναι απλό, όσο απλό κι αν φαίνεται.
Η μάχη του Βατερλώ, που ξεκίνησε το πρωί της Κυριακής 18 Ιουνίου του 1815 και κράτησε μέχρι το δειλινό, περίπου 10 ώρες, έβαλε τέλος στην εξουσία και τα σχέδια του Ναπολέοντα. Η μάχη χάθηκε από την καταρρακτώδη βροχή που μετέτρεψε σε βάλτο λάσπης το πεδίο όπου είχε παραταχθεί ο στρατός του. Έτσι αχρηστευόταν το περίφημο Γαλλικό πυροβολικό, που του είχε κερδίσει τις περισσότερες μάχες, γιατί τα κανόνια κόλλαγαν στη λάσπη και αναποδογύριζαν.
Για να εμποδίσει αυτή την καταστροφή, ο Ναπολέων, άργησε να δώσει τη διαταγή έναρξης της μάχης, πράγμα που ωφέλησε τον αντίπαλο του τον Wellington, γιατί έδωσε το χρόνο που χρειαζόταν ο Blucher και οι Πρώσοι του, να έρθουν να τον ενισχύσουν.
Περίπου 65.000 άνθρωποι – και από τις δύο παρατάξεις – άφησαν την τελευταία τους πνοή στη λάσπη του Βατερλώ!
Δυο μήνες πριν, τον Απρίλιο του 1815, σ’ ένα νησάκι της Ινδονησίας, είχε εκραγεί το ηφαίστειο του όρους Ταμπόρα. Η έκρηξη αυτή είναι η μεγαλύτερη που έχει ποτέ καταγραφεί, μεγαλύτερη και από αυτή του Βεζούβιου! Το βουνό του Ινδονησιακού ηφαιστείου είχε 4.300 μέτρα ύψος και μετά την έκρηξη που τίναξε στον αέρα την κορυφή του, κατέβηκε στα 2.851 μέτρα!
Η επίδραση αυτής της έκρηξης στο κλίμα του πλανήτη, ήταν τεράστια. Η μέση θερμοκρασία μειώθηκε κατά 3oC  και το επόμενο έτος, το 1816, ονομάστηκε «χρονιά χωρίς καλοκαίρι»!
Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε την εβδομάδα που μας πέρασε στο περιοδικό Geology, του Dr. Matthew Genge, του Imperial College London, υποστηρίζει ότι αυτή η έκρηξη ήταν η αιτία των ασυνήθιστων βροχοπτώσεων που προκάλεσαν την πτώση του Ναπολέοντα και το αποδεικνύει με τη βοήθεια της νανοτεχνολογίας.
Όπως και να έχει όμως το πράγμα, όπως και να παρατηρεί κανείς τη ζωή και τα γεγονότα αυτού του πλανήτη, ο συνδυασμός των παραγόντων που οδηγεί στο κάθε τι, μικρό ή μεγάλο, προκαλεί δέος και προβληματισμό σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο!

Έρχεται καλοκαίρι. Και, ξαφνικά, όλοι ξεχύνονται στους δρόμους, μέρα – νύχτα, ψάχνοντας – ίσως όχι αδικαιολόγητα – λίγη άνεση, λίγο χώρο, μακριά από τα σπίτια τους, που αρχίζουν να γίνονται ασφυκτικά.
Όλα αυτά θα ήταν πολύ καλά και κατανοητά, αν ο τρόπος που γίνονται, η έκφραση, η συμπεριφορά, ήταν διαφορετική.
Και, για να γίνω σαφής: το περασμένο Σάββατο το βράδυ, σε κάποιο διαμέρισμα της απέναντι πολυκατοικίας, γινόταν ένα νεανικό πάρτυ γενεθλίων. Ήταν ένα πάρτυ χωρίς μουσική. Το μόνο τραγούδι που ακούστηκε, ήταν το ελληνικότατο…..happy birthday to you! Κι αυτό κράτησε, το πολύ ένα λεπτό. Όλες οι υπόλοιπες ώρες – από τις 9.00’  περίπου, μέχρι τις 2.00’ μετά τα μεσάνυχτα – το πρόγραμμα της διασκέδασης, περιλάμβανε μόνο….. ουρλιαχτά!
Λέγοντας ουρλιαχτά, δεν εννοώ τις κραυγές ενθουσιασμού, τα δυνατά γέλια, τα ανέκδοτα, τα χάχανα, τα πειράγματα, όλες τελοσπάντων, τις εκφράσεις χαράς και διασκέδασης. Εννοώ τα ουρλιαχτά υστερικής κρίσης, ενός παραληρήματος χωρίς λόγια, χωρίς έκφραση, χωρίς επικοινωνία.
Ουρλιαχτά, που μόλις ξεχωρίζουν ότι είναι ανθρώπινα και που δεν δίνουν την παραμικρή νύξη για τα αισθήματα που τα προκαλούν. Αφού τα συγκεκριμένα ήταν ενός πάρτυ γενεθλίων, εικάζεται ότι θα ήταν ουρλιαχτά χαράς. Θα μπορούσαν όμως κάλλιστα να είναι ουρλιαχτά οργής, ή πόνου, ή απόγνωσης, ή μιας μεγάλης γκάμας αρνητικών αισθημάτων!
Μου έφεραν στο νου τον πολυσυζητημένο γάμο ενός διάσημου ζευγαριού που έγινε πριν λίγες εβδομάδες. Η εμφάνισή τους στην είσοδο της εκκλησίας, προκάλεσε ένα ανάλογο υστερικό ξέσπασμα ουρλιαχτών από το πλήθος που περίμενε για ώρες, απτόητο. Πλήθος ανώνυμο, πλήθος απρόσωπο και, όπως φάνηκε πλήθος ά-λογο!...... Πλήθος που έκανε τον Καβάφη να γράψει με απελπισία : «ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί …….» Τι να ακούσουν οι λαοί που ουρλιάζουν; Πώς να τους μιλήσεις; Μόνο …….. χωρίς λόγια!


(15 Σεπτεμβρίου 1929 -1 Ιουνίου 2018)
Απώλεια για την επιστήμη της Ιστορίας.

Την πρώτη μέρα του μηνός έφυγε από τη ζωή ο John Julius Cooper, 2ος Υποκόμης Norwich.
Στην Ελλάδα ο θάνατός του δεν σημαίνει πολλά, γιατί ήταν γνωστός μόνο σε λίγους – δυστυχώς! Όμως, η απώλεια είναι μεγάλη, όχι μόνο για την επιστήμη της μελέτης της Ιστορίας, αλλά και γιατί ήταν από τους ελάχιστους τελευταίους πνευματικούς ευπατρίδες. Γιατί ανήκε στην εξαφανισμένη πια γενιά των ανοιχτών μυαλών, που είχαν το εύρος να περικλείσουν νοοτροπίες και πολιτισμούς και κουλτούρες άγνωστες και μακρινές γι’ αυτούς.
Δυστυχώς, η γενιά αυτών των ανθρώπων έσβησε πια, κι ο κόσμος φτωχαίνει μέρα με τη μέρα. Το κακό είναι ότι δεν το καταλαβαίνουμε και δεν μας ενδιαφέρει.


       Όλες οι γάτες ξέρουν ότι ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής τους στη διεκδίκηση της ανθρώπινης αγάπης κι ο βασικός εχθρός τους, είναι ο σκύλος! Όλοι οι σκύλοι ξέρουν πως έχουν καθήκον να κυνηγάνε γάτες!
         Στον κανόνα αυτόν, υπάρχουν και πάρα πολλές εξαιρέσεις. Εκεί που περιμένεις να δεις μίσος και ανελέητο κυνηγητό, βλέπεις δυο ζωάκια που παίζουν μαζί και, σε πολλές περιπτώσεις, βλέπεις μια μαμά γατούλα να μεγαλώνει ένα κουτάβι μαζί με τα γατιά της, ή μια σκυλίτσα να μεγαλώνει ένα γατί με τα κουτάβια της. Τα ζωάκια, όταν ξεπερνούν τον εαυτό τους και τα ένστικτά τους, τον ξεπερνούν για να γίνουν καλύτερα, όχι χειρότερα.
Οι άνθρωποι τι είμαστε; Ποιος πατέρας και ποια μητέρα δεν θα εμπιστεύονταν το έφηβο αγόρι τους σ’ έναν αξιοσέβαστο, οικογενειάρχη με δυο παιδιά, εξηντάρη οδοντίατρο, με μειλίχιους και ευγενέστατους τρόπους; Σ’ ένα πρότυπο πατέρα και παππού και έμπειρου επιστήμονα;
Ποια «υπέρβαση» έκανε ένα τέτοιο άνθρωπο, να «ψαρεύει» αγοράκια στο internet και –ευτυχώς- να πέσει επάνω σε αστυνομικό της δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος και να συλληφθεί, σ’ ένα στημένο ραντεβού έχοντας στο αυτοκίνητό του μια τσάντα με ‘εργαλεία’ βοηθητικά της διαστροφής του;
Ποιος πατέρας που γέννησε και μεγάλωσε παιδιά μπορεί να ξεπεράσει το φυσικό ένστικτο ενός άνδρα – ακόμη και ενός άνδρα που δεν είναι πατέρας – να προστατέψει και να βοηθήσει ένα παιδί – όποιο παιδί; Ένα ένστικτο απόλυτα φυσικό, που υπάρχει στη βασική δομή κάθε είδους, που βοηθάει στην εξασφάλιση της συνέχειας του είδους. Γιατί, ακόμα κι αν βγάλουμε από το ανθρώπινο είδος κάθε ανθρωπιά, θα έπρεπε να συμπεριφερόμαστε τουλάχιστον σαν ζώα και να «ξεπερνάμε» τα ένστικτά μας και τον προγραμματισμό μας, για να καλυτερέψουμε το είδος μας.
Θέλετε να μάθετε την εξήγηση της «υπέρβασης» του είδους του που έδωσε ο εν λόγω κύριος; Ισχυρίστηκε ότι ήταν πιστός σύζυγος, μέχρι που – πριν 2-3 χρόνια – άρχισε να αμφισβητεί τη σεξουαλικότητά του! Και, μάλιστα, το δικαστήριο «κατανόησε» το πρόβλημά του, του επιδίκασε 16μηνη φυλάκιση με διετή αναστολή, κι ο κύριος ……. συνεχίζει απερίσπαστος την «υπέρβαση» της ζωή του!
Διαβάζοντας αυτή την ανησυχητική κατάντια μας, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ: έχουν γίνει τόσες και τόσες επαναστάσεις, τόσος λόγος για την ανθρώπινη ελευθερία, για ιδέες, για ιδανικά, για φούμαρα και παραμύθια.
Πως μπορεί να οργανωθεί μια επανάσταση ολόκληρου του ζωικού βασιλείου – από τα έντομα μέχρι τα κήτη – για να ελευθερωθούν από το ανθρώπινο είδος; Μόνον έτσι θα έχουν ελπίδα να ζήσουν μια ήσυχη ζωή, μακριά από τις διαστροφές μας, και την κακία μας που έχει μολύνει τα πάντα, μέχρι το βάθος αυτού του ταλαίπωρου – και κάποτε όμορφου πλανήτη!



Από τις αρχές Νοεμβρίου μέχρι τις αρχές Μαρτίου παρουσιάστηκαν και στην Αθήνα τα έργα του γνωστού – τουλάχιστον κατ’ όνομα – ζωγράφου Vincent Van Gogh, όχι σαν έκθεση, αλλά σαν τεχνολογική ανάλυση με ένα τρόπο που σκόπευε στο να εντυπωσιάσει με την αναμφισβήτητη πρωτοπορία του και να κάνει πιο προσιτή την τέχνη στον μέσο άνθρωπο, ή να τραβήξει το ενδιαφέρον και να εντυπωσιάσει τον βιαστικό και αδιάφορο νέο-Έλληνα.
Η διαφήμιση υποσχόταν «ένα από τα συναρπαστικότερα περιβάλλοντα πολλαπλών προβολών στον κόσμο» και, πράγματι το πέτυχε. Οι προβολές ήταν συναρπαστικές, αλλά οι αποχρώσεις και οι λεπτομέρειες των έργων αποδόθηκαν, αλλά η φιλοδοξία να «διηγηθούν την ιστορία του» και να «διεισδύσουν στα συναισθήματα και στις σκέψεις του», είναι ένας στόχος πολύ μακρινός για την απλή τεχνολογία, όσο εξελιγμένη κι αν είναι. Η απελπισία, η τρέλα, η ένδεια και η αυτοκαταστροφή, δεν προσεγγίζεται με την τεχνολογία, αλλά με την κατανόηση, την προσοχή, τη λεπτότητα και τη βαθειά γνώση της αβυσσαλέας ανθρώπινης ψυχής.
Δυστυχώς από το πλήθος των ……φιλότεχνων …….. που εγώ είδα – προφανώς, δεν ήμουν κάθε μέρα εκεί για να τους δω όλους – μόνο ενδιαφέρον για το ζωγράφο σαν άνθρωπο, και για την πορεία του προς την τρέλα δεν είδα. Αυτό που είδα, ήταν ο ψευτοκουλτουριάρης ελληνάρας σε όλο του το μεγαλείο!
Οι διακριτικά τοποθετημένοι στις γωνίες πάγκοι για να κάθονται οι άνθρωποι που έχουν πρόβλημα, ήταν όλοι πιασμένοι από κάποιους που είχαν αγκυροβολήσει για ώρες και δεν έλεγαν να κουνηθούν. Παρέες – παρέες, χασκογέλαγαν σα να βρίσκονταν σε πάρκο – ούτε καν να σωπαίνουν όπως στον κινηματογράφο – κι αν υπήρχε δυνατότητα για τσιπς και ποπ-κορν, είναι βέβαιο πως θα κρατούσαν κι από ένα κουβαδάκι και μια Coca-Cola!
Κι όχι μόνο αυτό, αλλά όταν σταθήκαμε στη μέση ενός χώρου όπου το ταβάνι, οι τοίχοι και το πάτωμα έδειχναν ακριβώς το ίδιο θέμα –λεπτομέρειες από τις χαρακτηριστικές πινελιές ενός πίνακα – ένας αγενέστατος ηλικιωμένος …….. φιλότεχνος έβαλε τις φωνές, απαιτώντας να προχωρήσουμε, γιατί …… του «κρύβαμε τη θέα»!!! και δεν έκανε πίσω ούτε όταν κάποιος από εμάς του απάντησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε ότι τη θέα θα την έβλεπε καλύτερα όρθιος. Αν δεν δίναμε τόπο στην οργή, θα έπρεπε να γίνει καυγάς μέσα στο περιβάλλον όπου υποτίθεται θα φιλοξενούσε ανθρώπους πολιτισμένους και μάλιστα φιλότεχνους!
Οπωσδήποτε, αν αυτό είναι ένα παράδειγμα, οι υπάλληλοι που οργάνωσαν και παρακολουθούσαν συνεχώς το Van Gogh Alive, θα έχουν πολλές ιστορίες να διηγηθούν.
Από κει και πέρα, τι σχόλιο να κάνει κανείς; Να θυμηθώ τον Σουρή και να επαναλάβω μαζί του: « Ω Ελλάς, ηρώων χώρα τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα»;
Δε θέλω να προσβάλλω τα γαϊδουράκια, που τα συμπαθώ πολύ, συγκρίνοντας τα με αυτούς τους ανθρώπους!
Όπως είναι επίσης περιττό το σχόλιο για το ασφυκτικά γεμάτο καφενείο στην έξοδο. Είναι σε όλους γνωστό ότι η πολλή κουλτούρα …….. ανοίγει την όρεξη!



Καλή χρονιά, με πολλά νέα πράγματα, με μεγάλες αποφάσεις και μικρές αποφάσεις, που έχουν και περισσότερες πιθανότητες να πραγματοποιηθούν.
Η δική μου «μικρή» ευχή – που μάλλον, μόνο μικρή δεν είναι – είναι, κάθε μέρα του χρόνου που τώρα αρχίζει, να μας φέρνει όλους – κι αν είναι δυνατόν όλη την ανθρωπότητα – πιο κοντά στην αντικειμενικότητα!
Ασήμαντη ευχή θα μου πείτε και ……… αντικειμενικά μη πραγματοποιήσιμη! Πιο σημαντικές ευχές είναι η υγεία, η ευτυχία, η μακροζωία, ο πλούτος, αυτά τελοσπάντων τα πράγματα που είναι κοινός πόθος των περισσοτέρων ανθρώπων.
Για να υποστηρίξω, όμως, την ευχή μου, αρκεί να σας θυμίσω τις οικογενειακές και φιλικές συγκεντρώσεις των γιορταστικών ημερών που πέρασαν και που, υποτίθεται, θα μας ξεκούραζαν, θα μας χαλάρωναν, θα μας χαροποιούσαν και θα μας έφερναν πιο κοντά. Και ρωτάω: πόση απόκλιση προς την αντικειμενικότητα είχαν οι συζητήσεις σ’αυτές τις συγκεντρώσεις και πόσο χαλαρωτικό, χαρούμενο και γιορταστικό ήταν το αποτέλεσμα;
Όταν οι επιθυμίες μου είναι τόσο κυριαρχικές ώστε να επηρεάζουν την αντικειμενικότητα των ματιών μου και το ίδιο συμβαίνει και στον άλλον και στον άλλον και σ’ όλους τους ανθρώπους δίπλα μου και γύρω μου, δεν είναι αναπόφευκτο να συγκρουστούν οι διαφορετικές επιθυμίες που κρύβονται πίσω από τις διαφορετικές ματιές; Κι η σύγκρουση δεν έχει πάντα ζημιές, τραυματίες, νικητές και ηττημένους;
Αλλά και ευρύτερα να το δούμε το θέμα, οι ειδήσεις που έφτασαν στα αυτιά μας – και στα μάτια μας – το χρόνο που πέρασε, αλλά και τον προηγούμενο και τον προ –προηγούμενο και πάει λέγοντας, πόση σχέση με την αντικειμενικότητα είχαν;
Διάβαζα π.χ. για τη ματαίωση της επίσκεψης του Αμερικανού Προέδρου στη Βρετανία και διασκέδασα πολύ με την αφέλεια των ηγετών των δύο χωρών. Παρενθετικά, δε ξέρω αν είναι αφέλεια τους, η πεποίθηση πως απευθύνονται σε μια οικουμένη ηλιθίων, που θα «καταπιούν» κάθε κουταμάρα που θα ακούσουν. Όπως και να ’χει το πράγμα, μιλώντας για το ίδιο γεγονός, ο Τράμπ το ονόμαζε «πολύ σωστό» κι η Τερέζα Μέι «πολύ λάθος», δογματίζοντας έτσι απόλυτα και κατηγορηματικά, χωρίς εξηγήσεις και χωρίς επιχειρήματα. Φυσικά, η επίσκεψη ματαιώθηκε!
Να προχωρήσω και στην επιστημονική αντικειμενικότητα; Έχω πρόσφατο παράδειγμα, ένα καλαίσθητο βιβλίο για τα εικονογραφημένα χειρόγραφα. Στην στοιχειώδη ιστορική αναδρομή του ξεκινάει, από τους Αιγυπτιακούς παπύρους του 15ου π.χ. αιώνα για να κάνει άλμα μέχρι τα λατινικά χειρόγραφα των Δυτικών μοναστηριών του 6ου αιώνα σαν να μην υπήρχε η Ανατολή και η γνώση της κατεργασίας της περγαμηνής και τα πρώτα βιβλία και οι καταγεγραμμένες στην Ελληνική γλώσσα επιστήμες!
Και θυμήθηκα μια συζήτηση που είχα πριν αρκετά χρόνια με έναν Αμερικανό, ο οποίος, με τη χαρακτηριστική αδιαφορία για την ιστορική αλήθεια που χαρακτηρίζει τους περισσότερους συμπατριώτες του επέμεινε ότι τα πηρούνια και τα κουτάλια εφευρέθηκαν από …… τους Βέλγους! Ήταν αδύνατο να πεισθεί ότι οι πολίτες της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας θεωρούσαν αυτονόητη τη χρήση πηρουνιών – τα κουτάλια ήταν γνωστά από την αρχαιότητα – όταν οι….. Βέλγοι δεν είχαν καν παρουσιαστεί στο ανθρώπινο προσκήνιο και έπαψε να επιμένει όταν του έφερα ένα ιστορικό βιβλίο με φωτογραφίες βυζαντινών πηρουνιών και κουταλιών του 4ου αιώνα.
Τι λέτε λοιπόν; Αξίζει να προσθέσουμε και την απόκτηση αντικειμενικότητας μέσα σ’ όλες τις άλλες ευχές μας, η δεν αξίζει;  


          Το καλοκαίρι πέρασε, η φθινοπωρινή ισημερία πέρασε, το φως χάνεται νωρίτερα κι η μέρα μικραίνει. Η καλύτερη εποχή – και το σούρουπο είναι η καλύτερη ώρα για διάβασμα.
            Το καλοκαίρι μεταφράστηκαν κάποια βιβλία της κλασσικής λογοτεχνίας, που αξίζει να τα διαβάσει κανείς. Από αυτά, ξεχώρισα «τα 39 σκαλοπάτια», του John Buchan, από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ.
         Ο συγγραφέας (1895-1940) είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε με το είδος θρίλερ-καταδίωξης κι η ποιότητα των βιβλίων του φαίνεται ακόμα πιο έντονη, αν τα συγκρίνει κανείς με τις φιγουρατζίδικες ανοησίες του Dan Brown, που θεωρείται ο καλύτερος σύγχρονος μας εκπρόσωπος του είδους.
            Το συγκεκριμένο βιβλίο είχε γίνει και ταινία το 1935 από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, πολύ αλλαγμένο βέβαια, για να γίνει πιο προσιτό στη «λαϊκή κατανάλωση.» Έχει όλα τα καλά στοιχεία ενός θρίλερ. Διεθνείς συνωμοσίες (που περιλαμβάνουν και τον φανταστικό πρωθυπουργό της Ελλάδος Κωνσταντίνο Καρολίδη, για τον οποίο πηγή έμπνευσης ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος) φιλοπατρία πλάι-πλάι με την προδοσία, εντιμότητα πλάι-πλάι με την υποκρισία και την έλλειψη συνείδησης, χαρακτήρες που θα μπορούσε να είναι διπλανοί μας συνηθισμένοι άνθρωποι.
            Εκεί που πάσχει το βιβλίο όμως, είναι εκεί που πάσχουν – δυστυχώς – οι περισσότερες εκδόσεις: στη μετάφραση!
Όποιος έχει διαβάσει το πρωτότυπο κι έχει εκτιμήσει τη λογοτεχνική αξία του θα καταλάβει τη διαφορά!
Άδειοι δρόμοι που, επιτέλους, μοιάζουν καθαροί. Μπορεί να μυρίζουν άσφαλτο που λιώνει κάτω απ’ τον άσπρο, καυτό ήλιο, αλλά μόνο αυτό. Όχι εξατμίσεις αυτοκινήτων, όχι σκυλάκια με αδιάφορα αφεντικά, που περνούν κι αφήνουν τα …….. μυρωδάτα ίχνη τους στα πεζοδρόμια.
Κάθε Αύγουστο, αυτή η πόλη γυρίζει στην κατάσταση που θα έπρεπε να είναι όλο το χρόνο, στην κατάσταση που ήταν προτού αποικιστεί από το μισό – και παραπάνω – του πληθυσμού όλης της Ελλάδος. Κι όπως καθαρίζει η ατμόσφαιρα, ξαναγυρίζει το φως, αυτό το φως – ιδίως το εσπερινό – που την κάνει μοναδική ανάμεσα σ’ όλες τις πόλεις του κόσμου.
Βρέθηκα τυχαία, αυτές τις μέρες, σ’ ένα σημείο ψηλά στον περιφερειακό του Γαλατσίου, που πηγαίναμε για οικογενειακό πικ-νικ στα παιδικά μου χρόνια. Η μυρωδιά του αέρα ήταν ίδια, μυρωδιά από ζέστη, πεύκο και χώμα. Το φως του δειλινού ήταν όπως το θυμόμουν. Η θάλασσα πέρα, κατά τη δύση, πορτοκαλιά κι αχνογάλανη όπως πάντα.
Η θέα, όμως, τελείως διαφορετική. Τα πλατάνια κι η πηγή που θυμόμουν, εξαφανισμένα. Τα σπίτια με τους κήπους έγιναν ακαλαίσθητοι τσιμεντένιοι όγκοι, που σκαρφαλώνουν μέχρι πάνω στα γύρω βουνά, που γυμνώθηκαν απ’ τα δέντρα τους και «ντύθηκαν» στο τσιμέντο.
Όμως, σε πείσμα μας, ο ήλιος που έγερνε τα τύλιγε με τη πορτοκαλιά και γαλάζια μαγεία του. Κι ο ουρανός τα σκέπαζε με το ίδιο φωτεινό γαλάζιο χαμόγελο που θυμόμουν απ’ τα παιδικά μου χρόνια.
Σε πείσμα όλων μας, σε πείσμα της πλεονεξίας, της αδιαφορίας, της αναίδειας και της κατακτητικής βαρβαρότητας μας, αυτή η πολύπαθη πόλη μένει όμορφη – εκπληκτικά όμορφη. Αρκεί να ξέρει κανείς πώς να την κοιτάξει!


Είχα την ατυχία να ταξιδεύω με πλοίο εκείνο το σαββατοκύριακο που ο υδράργυρος είχε αγγίξει τους 44ο C. Για να προλάβω τυχόν διαμαρτυρίες, ξέρω πως θα έπρεπε να γράψω «ευτυχία», όχι ατυχία, γιατί την ατυχία την είχαν όλοι οι άνθρωποι που έμειναν στην Αθήνα να παλεύουν τον καύσωνα, όχι οι τυχεροί που κατάφεραν να φύγουν. Όμως, όποιος έζησε τις συνθήκες ταξιδιού σε πλοίο με το έξαλλο πλήθος που ξεχύθηκε προς πάσα κατεύθυνση (η ειρωνεία είναι πως είχα κατεβάσει σε iBook -και ανυπομονούσα να βυθιστώ ξανά για πολλοστή φορά στο συναρπαστικό κόσμο του- το “Far from the madding crowd” του Thomas Hardy! Δεν διάλεγα κανένα άλλο;)  θα συμφωνήσει μαζί μου πως είναι μεγάλη ανάγκη να μπει στα σχολεία ένα μάθημα κοινωνικής συμπεριφοράς, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη. Είναι απαραίτητο για το λαό μας, κι αν κρίνω από την αγανάκτηση του Σουρή, ήταν το ίδιο απαραίτητο κι έναν αιώνα πριν! Κι όμως τότε, οι οικογένειες φρόντιζαν να δίνουν την απαραίτητη κοινωνική ανατροφή στα παιδιά και τα μάθαιναν πώς να συμπεριφέρονται στους δημόσιους χώρους, ώστε να τους γίνει συνείδηση ο σεβασμός για τους άλλους ανθρώπους.
Ήθελα πολύ να ήξερα τι σχόλια θα έκανε ο ποιητής, αν έβλεπε το ασφυκτικά γεμάτο σαλόνι του πλοίου και τους επιβάτες –κυρίως νεαρές κοπέλες- που ξάπλωναν ατάραχοι στους καναπέδες πιάνοντας τρεις-τέσσερις θέσεις, ενώ άλλοι δεν είχαν πού να σταθούν. Κι αυτό ήταν το λιγότερο. Όπως λιγότερο ήταν τα προσωπικά τηλεφωνήματα που τα ακούγαμε θέλαμε δε θέλαμε όλοι –περάσαμε ένα τέταρτο καρδιοχτυπώντας: αυτός ο Γιάννης θα τη ζητήσει επιτέλους αυτή την έρημη τη Λένα να βγουν ραντεβού, ή θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται «σαν άκαρδο γαϊδούρι»; Και γιατί παρακαλώ, τα γαϊδουράκια είναι άκαρδα; Καλά να τα λέμε αγενή -ποιος θα τα μάθει αυτά τρόπους- αλλά άκαρδα;
Τέλος πάντων, αφήνω το Γιάννη και τη Λένα, αφήνω τον κύριο που πηγαινοερχόταν και με φωνή βαρύτονου της όπερας που καταργεί τα μικρόφωνα αγωνιζόταν να πείσει την κυρία που τον συντρόφευε –και όλο το σαλόνι μαζί της- ότι είναι απαραίτητο σε κάθε πολιτισμένο και αξιοπρεπή άνθρωπο να παρακολουθήσει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ειδικά σεμινάρια γευσιγνωσίας, όπως έκανε εκείνος και, από εκεί που ήταν άσχετος,  θαύμα θαυμάτων, έμαθε να ξεχωρίζει τις ποικιλίες των κρασιών και να τα πίνει με το σωστό τρόπο! Αφήνω και τα πιτσιρίκια με τα ουρλιαχτά τους –φαίνεται ότι τα πιτσιρίκια με τα γερά πνευμόνια δε λείπουν από καμιά εφιαλτική κατάσταση- αφήνω και τα νευρικά πήγαιν’-έλα που δεν σταματούσαν στιγμή, ώστε η πόρτα που έβγαζε στο κατάστρωμα να μην κλείνει ουσιαστικά κι όλος ο καυτός αέρας να μπαίνει μέσα αχρηστεύοντας τον κλιματισμό.
Τα αφήνω όλα αυτά τα κοινά και τετριμμένα και έρχομαι σε κάτι που είδα για πρώτη μου φορά. Ξαφνικά, μέσα στο γενικό πανδαιμόνιο, μπαίνουν από την πόρτα του καταστρώματος δυο κοπέλες και ξαπλώνουν κατάχαμα, ακριβώς πάνω στο πέρασμα της πόρτας.
Η υπεύθυνη του σαλονιού μάλλον φοβήθηκε ότι λιποθύμησαν και ήρθε να ρωτήσει αν είναι καλά, εισπράττοντας για το ενδιαφέρον της μια οργισμένη επίθεση από την αρχηγό του «διδύμου», που ξεφώνισε αγανακτισμένη «μη μου πεις ότι απαγορεύεται κιόλα να ξαπλώσουμε» τρέποντας σε άτακτη φυγή την ταλαίπωρη υπάλληλο που έκανε ευσυνείδητα τη δουλειά της!
Κι έτσι κανείς δεν τόλμησε να ενοχλήσει το ξαπλαρωμένο αχτύπητο δίδυμο, παρόλο που αυτές έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους να τραβήξουν τη γενική προσοχή και πολλοί κινδύνεψαν να τις πατήσουν μπαίνοντας και βγαίνοντας από την πόρτα. Ίσως κάποιοι να τις θεώρησαν πολύ απελευθερωμένες και να είπαν μπράβο τους. Ίσως κάποιοι να αγανάχτησαν. Εγώ προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν υπάρχουν! Προφανώς, όμως, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο και τα δικαιώματα των πολιτών που θεωρούν δεδομένο ένα ήσυχο και ανενόχλητο ταξίδι, πήραν το δρόμο για τα σκουπίδια, μαζί με όλα τα άλλα χαμένα δικαιώματα όσων ταλαίπωρων έχουμε την ατυχία να γεννηθούμε σ’ αυτή την «ηρώων χώρα»…